καταμάρπτω

καταμάρπτω
καταμάρπτω
1 bring down καὶ ποντίαν Θέτιν κατέμαρψεν ἐγκονητί (sc. Πηλεύς, who finally pinned down Thetis despite the many forms she assumed) N. 3.35

καὶ κρέσσον' ἀνδρῶν χειρόνων ἔσφαλε τέχνα καταμάρψαισ I. 4.35

fig., in tmesis, swallow up,

κατὰ γαἶ αὐτόν τέ νιν καὶ φαιδίμας ἵππους ἔμαρψεν O. 6.14


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • καταμάρπτω — (Α) 1. (για τα γερατειά ή τον θάνατο και άλλα δεινά) καταλαμβάνω 2. συλλαμβάνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + μάρπτω «συλλαμβάνω»] …   Dictionary of Greek

  • καταμάρψῃ — καταμάρπτω catch aor subj mid 2nd sg καταμάρπτω catch aor subj act 3rd sg καταμάρπτω catch fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταμάρψαι — καταμάρπτω catch aor inf act καταμάρψαῑ , καταμάρπτω catch aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταμαρφθῆναι — καταμάρπτω catch aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταμάρψων — καταμάρπτω catch fut part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταμάρψωσιν — καταμάρπτω catch aor subj act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέμαρπτε — καταμάρπτω catch imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέμαρψα — καταμάρπτω catch aor ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέμαρψαν — καταμάρπτω catch aor ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέμαρψε — καταμάρπτω catch aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέμαρψεν — καταμάρπτω catch aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”